
Οι φίλοι σου σε νομίζουν για κλειστό και σιωπηλό χαρακτήρα…Πότε δε μιλάς…Ή όχι…Μιλάς μόνο για να πεις τα απαραίτητα… «μια μπύρα» ή «ένα τζιν τόνικ»…Το ξέρεις πολύ καλά ότι γεννήθηκες με μια μάνα και έναν πατέρα και αυτό ποτέ δε σου έφτανε…Και άρχισες να μετράς…Στο σπίτι σου όλη η βιβλιοθήκη σου είναι γεμάτη αριθμούς…πόσα τσιγάρα κάπνισες, πόσα βιβλία διάβασες, πόσα βήματα έκανες για να φτάσεις οπουδήποτε…
Ήσουν πολύ μικρός όταν ανακάλυψες την χαρά του να μετράς…Μάλλον όταν πρώτη φορά ένιωσες την ηδονή του να θηλάζεις και είπες «να μια ρώγα»…και ύστερα «να και άλλη μια»…Και τότε, στην αρχή δηλαδή, ήταν δύσκολα…Όλα ήταν ένα, όλα ήταν καινούργια…Μετά σου έμαθαν την πρόσθεση…ότι μετά το ένα έρχεται το δύο και μετά το δύο έρχεται το τρία…Και από τότε δε το εγκατέλειψες ποτέ…Ένα, δύο τρία…
Όταν οι φίλοι σου μιλάν μετράς τα επιχειρήματα, μετράς τις ηλιθιότητες, τα αστεία…Και όταν γυρίζεις σπίτι ανοίγεις τον φάκελο με την ετικέτα «Έξοδοι» και τα καταγράφεις… Καταγράφεις τους αριθμούς, όχι αυτά που είπαν…Λες και είχε ποτέ νόημα τι λένε οι άνθρωποι…Ούτε καν τα πρόσωπα δε γράφεις…Σα να μην υπάρχουν…Ένα, δυο, τρία…
Όταν σε ρωτάν στο δρόμο πόση ώρα είναι από πλατεία Αριστοτέλους μέχρι Ναυαρίνου εσύ τους απαντάς με βήματα και άλλοτε με τσιγάρα…Και μετά ξανά σκύβεις και καπνίζεις…Μετράς πόσους γνωστούς θα συναντήσεις στο δρόμο και πόσοι θα σε χαιρετήσουν…Πόσοι είναι ζευγάρια και για πόσους μήνες, πόσοι είναι μόνοι τους, πόσοι είναι λυπημένοι και πόσοι χαρούμενοι…
Καμιά φορά σου κάνουν και δύσκολες ερωτήσεις, όπως «τι ώρα είναι?»…Δεν έμαθες ποτέ να λες την ώρα…Περίεργο…Η ώρα είναι μόνο αριθμοί…Ούτε στα μαθηματικά ήσουν καλός…Μόνο όταν έπαιζες σκάκι ξανάβρισκες την χαρά…Μετρούσες τις κινήσεις του αντιπάλου και αυτές που σχεδίαζες να κάνεις…Και δε μιλούσες…Μετρούσες…Ένα, δυο, τρία…
Οι αριθμοί στο μυαλό σου ποτέ δεν είχαν εικόνα…Το εννέα δεν ήταν ποτέ 9…Ούτε και κανένας άλλος αριθμός…Γι αυτό δεν έγινες και λογιστής ποτέ σου…ή ταμίας…Έπρεπε τους αριθμούς να τους μιλήσεις από μέσα σου σαν ολόκληρες λέξεις…Και ύστερα μετρούσες τις εικόνες και τα επεισόδια της ζωής σου για να τα καταγράψεις στα κιτάπια σου ακριβώς όπως τα μέτρησες…Ένα δυο τρία..

Είσαι ωραίος τύπος και όπως είπα σιωπηλός…Και αυτό αρέσει στις γυναίκες…Σε πλησίαζαν λοιπόν και εσύ κάπνιζες…Στην αρχή μετρούσες πόσες φορές κοκκίνιζαν τα μάγουλά τους και πόσες έκανε τρικλοποδιές η γλώσσα σου ενώ κοιτούσες τα παπούτσια σου… Συνήθως κάνανε την πρώτη κίνηση, το ένα…Ένα φιλί, δυο τρία…Πόσο χαρούμενος ήσουνα τότε…Σχεδόν ξεχνούσες το μέτρημα…Δε σε ενδιέφερε…Γελούσες με αυτή σου την μικρή απιστία…Και αυτές γελούσαν πολύ…Και ας μη ξέρανε…Μετά τα πράγματα σοβάρευαν…Δε σου έφτανε αυτό…Ξεκινούσες λοιπόν να ξαναμετράς…Τις γκρίνιες, τις κακίες, τις φορές που βαρέθηκες αφόρητα να κάθεσαι σε κάποιο μπαρ και να περιμένεις να σταματήσεις να βαριέσαι…Έφτανες λοιπόν στον αριθμό εκατόν σαράντα δύο και τότε έφευγες…Δεν άντεχες άλλο…Ήθελες να ξανανιώσεις καινούργιος…Ήθελες να πεις ένα…Κλαίγανε λίγο αυτές, ίσως και να βούρκωνες και εσύ λιγάκι…Τα πράγματα δυσκόλευαν και εσύ ξαναμετρούσες μέχρι να περάσει ο καιρός, μέχρι να ξαναβρείς το ένα…
Κάποια μέρα ξύπνησες…Και είχες κάνει πολλά μέχρι τότε…Όποιος σκάλιζε στα κιτάπια σου, σε αυτά τα ατελείωτα αρχεία μπορούσε να το καταλάβει…Είχες ταξιδέψει σε δεκαπέντε διαφορετικές χώρες, είχες δημοσιεύσει πέντε έξι πονήματα, είχες ερωτευτεί δυο τρεις φορές, είχες τέσσερα πτυχία και δυο υποτροφίες… Περίεργο, γιατί εγώ -από όταν σε θυμάμαι- μόνο μετρούσες…Πότε πρόλαβες?… Ξύπνησες λοιπόν, και ως συνήθως…Πέντε βήματα μέχρι το νεροχύτη, τρεις φορές γύρισες την κάνουλα της βρύσης για να ανοίξει και άλλες τρεις για να κλείσει, ένα ποτήρι καφέ και τρια τσιγάρα, πέντε σπίρτα –γιατί ποτέ δεν έμαθες να ανάβεις ένα σπίρτο με την πρώτη, με το ένα- και ύστερα ένα πουκάμισο, δυο κάλτσες, ένα παντελόνι με 17 ρίγες στο κάθε μπατζάκι, δυο παπούτσια και μετά στο δρόμο… Να μετράς τα βήματά σου…Ίσως γι αυτό να σου άρεσαν και τα κοτλέ παντελόνια… Μπορούσες να μετρήσεις τις ρίγες τους όση ώρα θα σου έλεγε κάποιος κάτι ανόητο…

Αργότερα τη ξανασυνάντησες σε κάποιο σταυροδρόμι… Στο βήμα πεντακόσια ογδόντα δυο, περιμένοντας το φανάρι… Κάτι έψαχνε ατσούμπαλα μέσα στην τσάντα της… Κρυφοκοίταξες για να μετρήσεις… Ένα βιβλίο, τρία χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα, ένα περιτύλιγμα σοκολάτας και τέσσερα στυλό… Δεν περίμενες να τη συναντήσεις… Αρχίσατε να μετράτε μαζί… Πόσες φορές περάσατε καλά και πόσες όχι, τους καυγάδες, τις ζήλιες, τα όμορφα σαββατόβραδα… Εκείνη έφυγε πριν φτάσεις στο εκατόν σαράντα δύο, ούτε και αυτή είχε φτάσει στο διακόσια ογδόντα οχτώ –είναι γνωστό ότι οι γυναίκες έχουν περισσότερες αντοχές… Ήταν μακριά και το ήξερες, και αυτή άλλωστε…Τόσο που δε μπορούσατε να μετρήσετε πόσα βήματα ή πόσα τσιγάρα… Παρόλα αυτά συχνά τα καταφέρνατε… Ίσως και με ένα πνεύμα διαστροφής μετρούσατε τις συζητήσεις σας σε σελίδες… Κάθε φορά ένας καινούργιος αριθμός… Ένα καινούργιο αριθμητικό όριο για να το προσπεράσετε, για να το ξεπεράσετε…Μια μέρα λοιπόν, στη σελίδα εικοσιπέντε της συζήτησης τριάντα οχτώ, αυτή σου είπε ότι έρχεται… Ήταν προφανώς ένα ψέμα… Ήξερες πως ακόμα είχες πολλά πράγματα να μετρήσεις μέχρι να την ξαναδείς… Την ρώτήσες λοιπόν πως… Της είπες δε, με αριθμούς και επιχειρήματα, ότι αυτό δεν είναι εφικτό και πρέπει να είστε τουλάχιστον προσεχτικοί και ειλικρινείς στα μετρήματά σας μεταξύ σας… Και τότε αυτή σου είπε… «Ανάποδή αριθμητική, μωρό μου, ανάποδη αριθμητική»…Και εσύ χαμογέλασες και είπες πάλι «ένα»…